δαίδαλμα

δαίδαλ-μα, ατος, τό,
A work of art,

θεῶν Theoc.1.32

, cf. Luc.Am.13;

τὰ τῆς οἰκοδομίας δ. Agath.2.15

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαίδαλμα — δαίδαλμα, το (AM) [δαιδάλλω] έργο τέχνης, περίτεχνο έργο …   Dictionary of Greek

  • δαίδαλμα — work of art neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδαλμάτων — δαίδαλμα work of art neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδάλμασιν — δαίδαλμα work of art neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδάλματα — δαίδαλμα work of art neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδάλματι — δαίδαλμα work of art neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδάλματ' — δαιδάλματα , δαίδαλμα work of art neut nom/voc/acc pl δαιδάλματι , δαίδαλμα work of art neut dat sg δαιδάλματε , δαίδαλμα work of art neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαιδαλούργημα — δαιδαλούργημα, το (Α) το δαίδαλμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.